Εκτύπωση του άρθρου

 

Προηγούμενα:

1. https://www.poeticanet.gr/kyria-artemis-gnwmodotei-meros-a-2207.htmlhttps://www.poeticanet.gr/kyria-artemis-gnwmodotei-a-2230.html

2. https://www.poeticanet.gr/kyria-artemis-gnwmodotei-a-2285.html?category_id=23

3. https://www.poeticanet.gr/parenthesi-peri-oikonomias-poiitikoy-proiontos-a-2316.html?category_id=23

https://www.poeticanet.gr/kyria-artemis-gnwmodotei-a-2329.html

5. https://www.poeticanet.gr/kyria-artemis-gnwmodotei-a-2372.html?category_id=23

 

6.  Πρωτοπορία: Δεν πρόκειται να ικανοποιηθώ

 

Τι συμβαίνει όταν βρισκόμαστε ενώπιον μία μόνιμης άρσης της αποτίμησης; Όταν η αξιολόγηση αναβάλλεται και επαναπροσδιορίζεται; Όταν η αξία δεν εγκαθιδρύεται ποτέ, αλλά κάθε μας πράξη προσδοκά τα κριτήρια, τους σκοπούς, τις διαδικασίες, τα συγκεκριμένα συναισθήματα, το μη αναμενόμενο, έναν παράγοντα ερμηνείας ή προσληπτικής συναίσθησης; Η βία προς τον άλλο γίνεται βία προς τον εαυτό; Η άρση της ικανοποίησης καταφεύγει στην σύντομη, σωματική, μοναχική ευχαρίστηση αναβάλλοντας την ευτυχία; Εγκαταλείπεται κάθε προσδοκία αποτίμησης και αλλάζει ολόκληρο το πλαίσιο της συζήτησης;

Υπάρχει μία πλευρά του μοντερνισμού που δεν έχει αποτιμηθεί τελειωτικά. Είναι αυτή που παρέμεινε ανικανοποίητη και ενοχική, πονεμένη και ντροπιασμένη για τον πόνο που επέφερε: ναρκισσισμό, σφετερισμό, παραλυσία, αλλοτρίωση, ειρωνεία. Mην μπορώντας να μετουσιώσει αυτόν τον πόνο, μένει και κλείνεται εντός του. Όπως η Έρημη Χώρα γίνεται Σκουπιδότοπος. Διαβάζοντας το ποίημα, διαπιστώνουμε με έκπληξη ότι κάτω από το όμορφο κάλυμμα της γλώσσας υπάρχουν απορρίμματα και όχι καρποί. Περπατάμε με δυσκολία σε αυτόν τον «σωρό από σπασμένες εικόνες», με άλλα λόγια, σε όλα τα πράγματα που ο ποιητής ένιωσε και έφερε τον εαυτό του να είναι. Όσο κι αν παλέψει κανείς δεν μπορεί να αναπαράγει και να συνδέσει αυτές τις εικόνες ώστε να αναδημιουργήσει τον ποιητή ως ένα ομοιογενές υποκείμενο και τον τόπο του ως έναν αναγνωρίσιμο τοπίο. Κι αν το κάνει, πριμοδοτείται από την μυθοπλαστική δεινότητα της φιλολογίας. Ο ποιητής παραμένει ένας υβριδικός Αλαντίν,[1] ένας προστατευόμενος του δημάρχου θερμά φιλόζωος Ατάρι Κομπαγιάσι που καταλαμβάνει με τη βία ένα αεροπλάνο και το οδηγεί στο Νησί των Σκουπιδιών[2].

 

Μία ιπτάμενη κουρελού αναφορών, ένα ρετάλι ανέμων μας πλησιάζει από μακριά, από έναν αιώνα πριν, μπαίνοντας επικίνδυνα στον αιώνα μας. Πετάμε πάνω στα υπολείμματα της ιστορικής πρωτοπορίας: γράφουμε κοινωνικά και μέσα στην ιστορία. Η αισθητική μάς ενδιαφέρει με το μάγουλο στη γλώσσα. Είμαστε έτοιμ@ για τα πάντα. Ζούμε σε ένα μόνιμο τέλος του χρόνου με δανεισμένες ατάκες. Το μπαρ του μοντερνισμού κλείνει. Ο Ησαΐας, η Οφηλία και οι κλασικοί θαμώνες της γειτονιάς παραγγέλνουν το τελευταίο τους ποτό.[3]  Κι εμείς εξάγουμε και εισάγουμε, κόβουμε και κολλάμε, ενώνουμε ασύνδετα κομμάτια και ντεκουπάρουμε με κείμενα κάθε λογής. Και, πλέον στην εποχή μας, διεκδικούμε την ζωή έναντι της τέχνης, εφόσον η ιστορία, που στα πρώτα χρόνια του αιώνα μας ήταν ριγμένη στον απροσδιόριστο χωροχρόνο του διαδικτύου, επανέρχεται για να μιλήσει για την απομόνωση, την κρίση και την ανάγκη της δράσης. Και ενώ υπό τις προ πανδημίας και προ κρίσης συνθήκες οι αναφορές, ακόμη αισιόδοξες με τις νέες εκκινήσεις, συσσωρεύονταν και πολλαπλασιάζονταν χαμένες στην μπλογκόσφαιρα, πλέον η δυναμική τους δημιουργεί ποιητ@ που παίρνουν αλλόκοτες αποφάσεις. »Αποφασίζουμε να μην είμαστε σαν τον ρετρό ‘Νέο’ του υπερκειμένου. Δεν φοράμε μαύρη ρομαντική ρεντιγκότα. Βάζουμε τον δικό μας Έλιοτ να κόψει ένα ένα όλα τα δάχτυλα με τα οποία έπιανε την γραφίδα. Καίμε το σπίτι του, και μένουμε για πάντα στον Σκουπιδότοπο για να φυλάμε τα ζώα του. Όσο για την πατρίδα, είναι εκεί όπου φυσάει φρέσκος αέρας και μαίνεται ο πόλεμος.[4]

Η ενοχή, ο πόνος και η ντροπή κάποτε εσωτερικεύουν το περιεχόμενο του μοντερνισμού. Όσ@ κατάγονται από αυτόν σαν σε όνειρο αγωνιούν κωλυσιεργώντας στο μέρος που δεν ικανοποιήθηκε. έχουν για καιρό κρυφτεί καλά και γράφουν, προς το παρόν ήδη ασφαλείς, ζώντας στην σκοτεινή πλευρά της έρημης χώρας, που εξακολουθεί να μας πλησιάζει απειλητικά, όπως το άσχημο μέρος της πόλης καθώς βιαζόμαστε να το διασχίσουμε.

Υπάρχουν, βέβαια, κι αυτ@ που πονεμέν@ έχουν μεγάλη οργή και σπεύδουν προς την απόρριψη. Είναι θύματα, έχουν θιγεί, πονούν και φοβούνται. Μπορεί στο παρελθόν να έχουν λάβει λάθος αποφάσεις. Ας πούμε να ήταν γιατροί στον πόλεμο. Να έχουν δει από κοντά την άγρια βία. Να έχουν θεωρήσει στην αρχή ότι οι ολοκληρωτισμοί θα σώσουν τον κόσμο. Να έχουν παρακολουθήσει την απόγνωση, την υπέρβαση κάθε αίσθησης αισιοδοξίας, την καταστροφή του ανθρώπου, το γκρέμισμα ως αφετηρία για τη γέννηση μιας νέας πραγματικότητας, την διάλυση ως προϋπόθεση της αναγέννησης. Θα υπάρξει μέλλον μετά τον παρατεταμένο νιχιλισμό; Μπορεί αυτό να βιωθεί, να γίνει ζωή;

Όταν η ζωή έχει τελειώσει νωρίς, όταν η ικανοποίηση έχει διακοπεί πριν ξεκινήσει, θα μπορούσαμε έστω να αναζητήσουμε μία ευτυχισμένη παιδική ηλικία. Μπορεί η οικογενειακή εστία να ήταν ασφαλής και ζεστή, ακόμη κι αν υπήρχαν μερικές δυστυχείς απώλειες. Να υπήρξε αρκετή και νόστιμη τροφή, στερεή και υγρή, παιχνίδι στο νερό με μικρές κραυγές χαράς. Ο Γκόττφρηντ Μπεν καταγράφει με ψευδή(;) νοσταλγία τα χρόνια αυτά της αθωότητας:

Όμορφη νιότη[5]

Το στόμα κάποιου κοριτσιού, στην καλαμιά παρατημένου για καιρό,
έμοιαζε καταμασημένο.
Όταν του άνοιξαν το στήθος, ο οισοφάγος διάτρητος.
Tέλος, σε μια στοά κάτω από το διάφραγμα
βρέθηκε μια φωλιά με νεαρά ποντίκια.
Το ένα αδερφάκι ήταν νεκρό.
Τα άλλα ζούσαν από τα νεφρά και το συκώτι,
έπιναν το κρύο το αίμα κι είχανε περάσει
όμορφα τη νιότη τους εδώ.
Γρήγορα κι όμορφα ήρθε κι ο θάνατός τους:
Τα ‘πνιξαν όλα στο νερό.
Αχ, πώς πιπίζαν τα μικρά μουσούδια!
                           

                                          Μτφ.: Κώστας Κουτσουρέλης

Με μία σκληρή διαλεκτική βαρβαρότητας, με το πτώμα του κοριτσιού -μπορεί να ήταν και η Οφηλία που βρήκε κακό τέλος φεύγοντας από το μπαρ- να προσφέρει στην οικογένεια αρουραίων την ευτυχή τους παιδική ηλικία, κατασκευάζεται ένα πλαίσιο κυνικής διοχέτευσης του πόνου. Ο ιατροδικαστής ποιητής εκτελεί αυτοψία και καταγράφει τα ευρήματα. Έχουμε συνηθίσει τους ποιητές να συντηρούν τα πτώματα. Από τον πυγμαλίωνα Φραγκεστάϊν που κατασκευάζει το δικό του υβριδικό τέρας στον εφευρέτη Ροδομάγουλο C. A. Rotwang και την ρομποτική του Hel,[6] στον ελεύθερο συνενωτή των κομματιών της γυναίκας του Αντρέ Μπρετόν, στον ομιλητή του Σαχτούρη που συγκατοικεί με τους φευγάτους του φίλους. Οι σκληρές εικόνες ενός ιστορικά καταθλιπτικού κόσμου θα συνοδεύουν πάντοτε τους καταγόμενους από την βία μοντερνιστές.

Από τον Joyce και την Stein στον Jukofsky, τον Switters και τον Roethke ο σκληρός πυρήνας του πονεμένου μοντερνισμού εξωτερικεύει, τα δίνει όλα: »δεν πρόκειται να επιβιώσω άλλο, εξακολουθώ να είμαι ένα απολύτως λειτουργικό αηδιαστικό σκαθάρι, ένας διεστραμμένος οσμωτής κουφαριών. Δεν κλείνω τα μάτια μου μπροστά στο κακό. Σας το δείχνω τερατώδες και μεγάλο. Είναι η βία που παίρνω πίσω προσπαθώντας να βρω τη ζωή στο θάνατο.

Και μία τελευταία λύση: οδηγούμαι στα όρια. Σύρομαι στις παρυφές της λεωφόρου. Μηδενίζω και ξεκινώ από κει. Στην κινηματογραφική φάρσα Entr'Acte (Ιντερμέδιο) του René Clair[7] το πτώμα του ποιητή ρίχνεται από την μία επινόηση και το ένα πλάνο στο άλλο μέσα στους άπειρους μηχανισμούς της τέχνης, μεταφέροντας στο Παρίσι το σκακιστικό παιχνίδι της Έρημης χώρας. Η λυρική φωνή καταλαβαίνει ότι, δολοφονημένη, πρέπει να αλλάξει γλώσσα, να κατασκευάσει μία γλώσσα όχι του συμβιβασμού, αλλά της ‘διαφοράς’. Άτεχνη ώστε να αναβάλλει τη σύνδεση με τα άλλα είδη του λόγου που τα τραυματίζει και δημιουργεί μία βλάβη που δεν μπορεί να επιλυθεί με τα συνήθη είδη λόγου. Να δημιουργήσει ένα αίσθημα χαράς και λύπης, μία συναισθηματική κατάσταση της παιδικής ηλικίας πριν τον λόγο και πριν την δικαιοσύνη, που πάντως αποτελεί το θέμα της πολιτικής.[8]

Συνήθως το τερματίζω.[9] Αυτό πρέπει να κάνω αφού δεν μπορώ να μιλήσω. Άλλωστε δεν έχω τίποτε να πω παρά να σας δείξω μια διαδρομή που χάνεται σε μία λαμπρή σπίθα. Αναζητώ την επικοινωνιακότητα της γλώσσας μέσω του πόνου της σιωπής ή της χαράς της εφεύρεσης νέου ιδιώματος. Καίγομαι και φωτίζομαι μαζί, παρακολουθώντας την διαδρομή των τραμ προς τα τέρματα. Εκεί θα λάβει χώρα το θαύμα: το σταθερό μέσα στους αιώνες μάρμαρο στην απρόσμενη συνάντησή του με το ηλεκτρικό σιδερένιο τραμ θα σπινθηρίσει παράγοντας την ηλεκτρική εκκένωση της αχτίδας που σαν τον ζωοφόρο κεραυνό του εφευρέτη δημιουργού, θα εμφυσήσει πνεύμα στα νεκρωμένα από την ακαδημία κλασικά σχήματα της τέχνης. Θυσιάζομαι στην ελπίδα του κεραυνού που θα με φλογίσει.[10] Βαδίζω στο τέρμα της απόλαυσης:

στο τέλος της απόλαυσης, ένα
αυτ@ ή αυτό που περιστρέφεται
περισσότερο από τα στήθη πρέπει
να σηκώσει ".. . . όπου χρυσός,
χώμα, και αίμα ρέουν
μαζί"! : περιθώριο
η οικογένεια, μη προσωπική
τάση αποτυχίας οδηγεί
σε εργαλειακότητα
αυτοσυγκράτησης

Diane Ward,
από το "Limit" (1989)

Είναι αυτό το μη υποκείμενο που δίνει σε μία άλλη οικογένεια όμορφα νιάτα, ένα αυτ@ ή αυτό σε μία μηχανή δημιουργίας νοήματος και αντλεί το κίνητρό της από εκείνο που ο Αντόρνο ονόμασε ‘αντίσταση’: την αντίσταση του μεμονωμένου ποιήματος στο ευρύτερο πολιτισμικό πεδίο της καπιταλιστικής εμπορευματοποίησης όπου η γλώσσα έχει γίνει απλώς οργανική. Λέω αυτό που δεν λέγεται, επισημαίνω αυτό που δεν συνέβη ποτέ, μπλέκομαι εκεί που δεν είναι δουλειά μου, εντοπίζω την ζημιά, υπονομεύω συμβάσεις. Αναλαμβάνω την μεγάλη εκδίκηση, που είναι και η μεγάλη εκδίκαση: αποκαλύπτω την διαφορά, σε όλες τις νομικές της παραμέτρους, που μπορεί να είναι απλώς η αγάπη. Ανακαλύπτω αλλεπάλληλους Nandjiwarra Amagula μέσα μου, με όλους να μιλάνε όπως εγώ.[11] Κοιτάζω την θάλασσα σαν τον Pádraic Súilleabháin μαζί με τον κουλό συνομιλητή μου.

© Poeticanet


[1] Σύμφωνα με τον Arafat A. Razzaque (2017) ο χαρακτήρας του Αλαντίν από τις Χίλιες και Μία Νύχτες αποτελεί ένα οριενταλιστικό κατασκεύασμα του Γάλλου Antoine Galland βασισμένο σε μια λαϊκή ιστορία που άκουσε από τον Σύριο Μαρωνίτη παραμυθά Hanna Diyab για την επίσκεψη ενός Αφρικανού μάγου σε ένα από τα βασίλεια της Κίνας. https://ajammc.com/2017/08/10/who-was-the-real-aladdin/

[2] Στο stop-motion animation του Γουές Αντερσον Το Νησί των Σκύλων (2018).

[3] Αναφέρομαι στο θρυλικό τέλος του ΙΙ μέρους (με τίτλο «Παιχνίδι Σκακιού») της Έρημης Χώρας του Έλιοτ:

HURRY UP PLEASE ITS TIME
HURRY UP PLEASE ITS TIME
Goonight Bill. Goonight Lou. Goonight May. Goonight—
Ta ta. Goonight. Goonight.
Good night, ladies, good night, sweet ladies, good night, good night.

[4] Αναφέρομαι στο τελευταίο επίτευγμα του Μάρτιν ΜακΝτόνα Τα πνεύματα του Ινισέριν (2022).

[5] Ποίημα που ανήκει στο φυλλάδιο πέντε ποιημάτων Morgue und andere Gedichte (1912).

[6] Ο C. A. Rotwang είναι ένας φανταστικός χαρακτήρας στην ταινία επιστημονικής φαντασίας Metropolis του 1927 του Fritz Lang, καθώς και στο πρωτότυπο μυθιστόρημα Metropolis της σεναριογράφου Thea von Harbou.

[7] Μια απόλυτα υπερρεαλιστική ταινία του 1924 βασισμένη σε πλοκή του Francis Picabia, στην οποία κάποιος σκοτώνεται, το φέρετρό του ξεφεύγει από τον έλεγχο και μετά από μια αλλοπρόσαλλη καταδίωξη σταματά. Ο νεκρός βγαίνει και αφήνει όλους όσους ακολούθησαν το φέρετρο να εξαφανιστούν.

[8] Στο δοκίμιο με τίτλο «Φρασεο-συναίσθημα» του Συμπληρώματος στο διαφορετικό ("D'un supplement au Differend"), όπου αναλύει την συναισθηματική διάσταση του διαφορετικού, ο Lyotard παρουσιάζει πώς είναι μία φράση του ‘διαφορετικού’. Το δοκίμιο συμπεριλήφθηκε  Στην μεταθανάτια έκδοση Misère de la philosophie, Paris: Galilée, 2000.

[9] Έκφραση αργκό. Φτάνω στο άκρον άωτον, το «καίω», ολοκληρώνω σε υπερβολικό βαθμό κάτι που μπορεί να ξεκίνησε ήπια. https://www.slang.gr/lemma/22379-termatizo

[10] Αναφέρομαι στο «Τραμ και Ακρόπολις» του Ν. Εγγονόπουλου (1938).
     
     [11] Στην ταινία του Πίτερ Γουίαρ  ‘Το τελευταίο κύμα’ (1977).

 


Ημ/νία δημοσίευσης: 6 Ιουνίου 2023